αβγαταίνω, αβγάτυνα, αβγατισμένος, 47 vt.act. increase
αβγατίζω, αβγάτισα, αβγατισμένος, 33, vt.act. increase
αγαθοφέρνω, 226, irr, bring good luck
αγαλλιάζω, αγαλλίασα, 35, exult
αγανακτώ/αγαναχτώ, αγανάκτησα/αγανάχτησα, αγανακτισμένος/αγαναχτισμένος, 73, vi.act.mid.ppp. be indignant, angry, exasperated
αγαντάρω, αγάνταρα/αγαντάρισα, αγανταρισμένος, 53
αγαπίζω, αγάπισα, 33, vt.act. reconcile, vi.act.mid. become reconciled
αγαπώ/αγαπάω, αγάπησα, αγαπιέμαι, αγαπήθηκα, αγαπημένος, 58,59, vt. love
αγγαρεύω, αγγάρεψα, αγγαρεύτηκα, αγγαρεμένος 17,18, vt. impose a task on
αγγέλλω, άγγειλα, αγγέλθηκα, αγγελμένος, irr, vt. announce
αγγίζω/εγγίζω, άγγιξα, αγγίχτηκα, αγγιγμένος, 23,24, vt. touch, offend, hurt, approach, μη μ'αγγίζεις!
αγιάζω, άγιασα/αγίασα, αγιάστηκα, αγιασμένος, 35,36, vt. sanctify
αγκαζάρω, αγκαζάρισα, αγκαζαρισμένος, 55, vt.act. engage, book reserve
αγκαλιάζω, αγκάλισα, αγκαλιάστηκα, αγκαλιασμένος, 35,36, vt. embrace, hug
αγκιστρώνω, αγκίστρωσα, αγκιστρώθηκα, αγκιστρωμένος, 3,4
αγκομαχαώ/αγκομαχώ, 58, vi. pant, be in the throes of death
αγκυλώνω, αγκύλωσα, αγκυλώθηκα, αγκυλωμένος, 3,4, vt. prick, sting
αγκυροβολάω/αγκυροβολώ, αγκυροβόλησα, αγκυροβολημένος, 58,73, vi. anchor
αγκωνιάζω, αγκώνιασα, αγκωνιάστηκα, αγκωνιασμένος, 35,36
αγλαΐζω, vt. adorn
αγναντεύω, αγνάντεψα, 17, vt.act. to see from afar
αγνοώ, αγνόησα, αγνοήθηκα, αγνοημένος, 73,74, vt. ignore, αγνοούμαι, be ignored
αγοράζω, αγόρασα, αγοράστηκα, αγορασμένος, 35,36, vt. buy, αγοράζομαι, be bought
αγορεύω, αγόρευσα/αγόρεψα, 19, vi. speak in public
αγριεύω, αγρίεψα, αγριεύτηκα, αγριεμένος, 17,18, vt. make wild or fierce, scare, αγριεύομαι, vi.mid. become scared
αγριοκοιτάζω, vt. scowl at
αγροικώ/γρικάω, γρίκησα, γρικήθηκα, 58,59, vt.vi. hear, understand
αγρυπνάω/αγρυπνώ, αγρύπνησα, αγρυπνισμένος, 58, vi.act.mid.ppp. stay awake, keep watch
αγχώνω, άγχωσα, αγχώθηκα, αγχωμένος, 3,4, vt. put under stress, αγχώνομαι, vi.mid. be under stress
άγω/άγομαι, να αχθώ, 135,136, irr, vt.vi.def.pres. lead, bring
αγωνίζομαι, αγωνίστηκα, 34, vi.dep. struggle, contend
αγωνιώ, αγωνιούσα, 60, vi.act.mid.def. to be death agony
αδειάζω, άδειασα, 35, vt.act. empty, have time to spage, discharge gun
αδελφώνω/αδερφώνω, αδέλφωσα/αδέρφωσα, αδελφώθηκα/αδερφώθηκα, αδελφωμένος/αδερφωμένος, 3,4, vt. reconcile, fraternize
αδημονώ, αδημονούσα, 73, vi.act.mid. be anxiously impatient
αδιαθετώ, αδιαθέτησα, 73, vi.act.mid. be unwell, menstruate
αδιαφορώ, αδιαφόρησα, 73, vt.act. to neglect, vi.act.mid. be uninterested
αδικώ, αδίκησα, αδικήθηκα, αδικημένος, 73,74, vt. wrong, do wrong, αδικούμαι, vi.mid. be wronged
αδρανοποιώ, αδρανοποίησα, αδρανοποιήθηκα, αδρανοποιημένος, 73,74,75, vt. inactivate
αδρανώ, αδράνησα, 73, vi.act.mid. be inactive, idle
αδράχνω, άδραξα, 29, vt.act.act. seize, grasp
αδυνατίζω, αδυνάτισα, αδυνατισμένος, 33, vt. weaken, make thin, vi.act.mid.ppp. lose weight
αδυνατώ, αδυνατούσα, 73, vi.act.mid. be unable
άδω, sing
αερίζω, αέρισα, αερίστηκα, αερισμένος, 33,34, vt. fan, ventilate
αεροβατώ, 73, vi.act.mid. be in the clouds, dreaming
αεροκοπανίζω, chatter
αερολογώ, αερολόγησα, 73, vi. talk nonsense
αηδιάζω, αηδίασα, αηδιασμένος, 35, vt.act. to disgust, vi.act.mid.ppp. feel disgust
αθετώ, αθέτησα, αθετήθηκα, αθετημένος, 73,74, vt. break word
αθλούμαι, αθλήθηκα, 74, vi.dep. exercise
αθροίζω, άθροισα, αθροίστηκα, αθροισμένος, 33,34, vt. assemble, add up
αθωώνω, αθώωσα, αθωώθηκα, αθωωμένος, 3,4, vt. acquit
αιμάσσω, ήμαξα, ημαγμένος, bleed
αίρω, ήρα, άρω, άρθηκα, ηρμένος, 80,81, irr, vt. raise, lift
αισθάνομαι, αισθάνθηκα, 82, vt.dep. feel (the cold), vi.mid.dep. feel (well), sense
αισχύνομαι, vi.dep. feel ashamed
αιτιώμαι, vt.dep. blame
αιτώ, αιτούμαι, vt. request/beg something
αιχμαλωτίζω, αιχμαλώτισα, αιχμαλωτίστηκα, αιχμαλωτισμένος, 33,34, vt. take prisoner, capture, captivate
αιωρούμαι, swing, waver
ακινητώ/ακινητοποιώ, ακινητοποίησα, ακινητοποιήθηκα, ακινητοποιημένος, 73,74,75, vt. immobilize
ακκίζομαι, vi.dep. assume coquettish airs
ακμάζω, vi. flourish, prosper
ακολουθώ/ακολουθάω, ακολούθησα, ακολουθήθηκα, 73,74,58,59, vt. follow
ακονίζω, ακόνισα, ακονίστηκα, ακονισμένος, 33,34, vt. sharpen, whet
ακουμπώ/ακουμπάω, ακούμπησα, ακουμπισμένος, 58, vi.act.mid.ppp. lean, rest
ακούω/ακούγομαι, άκουσα, ακούστηκα, ακουσμένος, 83,84, irr, vt. hear, listen, obey
ακριβαίνω, ακρίβυνα, 47, vt. raise price of, pass.mid. become more expensive
ακροάζομαι, ακροάστηκα, 36, vt.dep. listen to, auscultate
ακροώμαι, dep. listen to, give audience, auscultate
ακρωτηριάζω, vt. mutilate, amputate
ακτινοσκοπώ, vt. x-ray
ακυρώ/ακυρώνω, ακύρωσα, ακυρώθηκα, ακυρωμένος, 3,4, vt. nullify, clear
αλαλάζω, αλάλαξα, 23, vi. cry, shout in joy
αλαλιάζω, αλάλιασα, αλαλιασμένος, 35, vt.act. daze, stupefy, vi. be dazed
αλατίζω, αλάτισα, αλατίστηκα, αλατισμένος, 33,34, vt. salt
αλαφιάζω, ... 35,36, vi. be startled
αλεγράρω, αλεγράρισα, 55, vt.act. liven up
αλέθω, άλεσα, αλέστηκα, αλεσμένος, 37,38, vt. mill, grind corn
αλείφω/αλείβω, άλειψα, αλείφτηκα, αλειμμένος, 13,14,7,8, vt. rub, smear, spread, coat
αληθεύω, vi. come true, be right
αλιεύω, αλίευσα, αλιεύτηκα/αλιεύθηκα, αλιευμένος, 19,20, vt.vi. fish for
αλλάζω/αλλάσσω, άλλαξα, αλλάχτηκα, αλλαγμένος, 23,24, vt. change
αλληλογραφώ, αλληλογράφησα, 73, vi. correspond
αλληλοσυγκρούομαι, vi. conflict
αλληλοτρώγομαι, vi.dep. squabble with each other
αλλοιθωρίζω, vi. squint
αλλοιώνω, vt. alter, falsify, deteriorate
αμαρτάνω/αμαρταίνω, αμάρτησα, ημαρτημένος, 104,50, irr, vi. commit a sin
αμείβω, άμειψα, αμείφτηκα, vt. reward, recompense
αμπαλάρω, αμπαλάρισα, αμπαλαρίστηκα, αμπαλαρισμένος, 55,54, put in a package
αμφιβάλλω, αμφέβαλλα, 146, irr, vi. doubt
αναβάλλω, ανέβαλα, αναβλήθηκα, (αναβεβλημένος), 146,147, irr, vt. postpone, anabolic steroids
αναβιώ, vi. revive
αναβλέπω, ανέβλεψα, ανάβλεψα, 9, vt. look up, recover one's sight
αναβλύζω/αναβρύζω, ανέβλυσα, ανάβλυσα, ανέβρυσα, 33, vt. well up
ανάβω, άναψα, ανάφτηκα, αναμμένος, 7,8, vt. light, ignite, turn on
αναγαλλιάζω, αναγάλλιασα, αναγαλλιασμένος, 35, vi. exult
αναγγέλλω, ανάγγειλα/ανήγγειλα, αναγγέλθηκα, αναγγελμένος, 85,86, irr, vt. announce
αναγινώσκω, vt. read
αναγκάζω, ανάγκασα, αναγκάστηκα, αναγκασμένος, 35,36, vt. force
αναγνωρίζω, αναγνώρισα, αναγνωρίστηκα, αναγνωρισμένος, 33,34, vt. recognize
αναγορεύω, αναγόρευσα, αναγορεύτηκα/αναγορεύθηκα, αναγορευμένος, 19,20, vt. proclaim (ruler)
αναγράφω, ανέγραψα, αναγράφτηκα/αναγράφηκα, αναγραμμένος, 13,122, vt. inscribe
ανάγω, ανήγαγα, (να αναχθώ), 135,136, irr, vt. raise, reduce, trace back, vi. relate to, date from
αναδεικνύω/αναδείχνω, ανέδειξα/ανάδειξα, αναδείχθηκα/αναδείχτηκα, αναδειγμένος, 29,30,87,88, vt. set/show off, select, αναδεικνύομαι, vi.mid. distinguish oneself
αναδεύω, ανάδεψα, αναδεύτηκα, 17,18, vt.vi. stir, move
αναδέχομαι, vt. understand, sponsor, support
αναδίδω, 186, irr, vt. emit, give forth
αναδίνω, ανάδωσα, 131, irr, give off steam, smell
αναδίφω, αναδίφησα, 60, vt.act. search through, scrutinize
αναδύομαι, αναδύθηκα/ανεδύθην, 6, vi.dep. emerge, break surface
αναζητάω/αναζητώ, αναζήτησα, αναζητήθηκα, 58,73,74, vt. look up, search high and low for
αναζωογονώ, vt. revivify
αναζωπυρώ, vt. rekindle
αναθαρρεύω/αναθαρρώ, αναθάρρεψα/αναθάρρησα, αναθαρρεμένος/αναθαρρημένος, 17,73, vi.act.mid.ppp. take fresh courage
αναθεματίζω, αναθεμάτισα, αναθεματίστηκα, αναθεματισμένος, 33,34, vt. interdict, curse
αναθέτω, ανέθεσα/ανάθεσα, ανατίθεμαι, ανατέθηκα/ανετέθην, ανατεθειμένος, 137,138, irr, vt. charge, entrust, present offering
αναθρώσκω, vi. rise (of smoke), be kindled (of hope)
αναιρώ, αναίρεσα, αναιρέθηκα, αναιρεμένος, 76,77, vt. refute, revoke
αναισθητοποιώ, αναισθητοποίησα, αναισθητοποιήθηκα, αναισθητοποιημένος, 73,74,75, vt. anaesthetize
ανακαινίζω, ανακαίνισα, ανακαινίστηκα, ανακαινισμένος, 33,34, vt. renovate, renew
ανακαλύπτω, ανακάλυψα, ανακαλύφθηκα/ανακαλύφτηκα, ανακαλυμμένος, 11,12, vt. discover, find out
ανακαλώ, ανακάλεσα, ανακλήθηκα, ανακλημένος, 76,163, irr, vt. recall, revoke, countermand
ανακατεύω, ανακάτεψα, ανακατεύθηκα, ανακατεμένος, 17,18, vt. mix up, stir, involve, confuse, shake, ανακατεύομαι, vi.mid. get involved, interfere, feel sick
ανακατώνω, ανακάτωσα, ανακατώθηκα, ανακατωμένος, -> ανακατεύω
ανακινώ, ανακίνησα, ανακινήθηκα, ανακινημένος, 73,74, vt. stir up, revive
ανακλώ, ανάκλασα, ανακλώμαι, ανακλάστηκα, ανακλασμένος, 71,72, vt. reflect
ανακοινώνω/ανακοινώ, ανακοίνωσα, ανακοινώθηκα, ανακοινωμένος, 3,4, vt. announce
ανακτώ, ανέκτησα, ανακτώμαι, ανακτήθηκα, ανακτημένος, 60,61, vt. regain
αναλαμβάνω/αναλαβαίνω, ανέλαβα/ανάλαβα, αναλήφθηκα, ανειλημένος, 165,166, irr, vt. assume, recover, take over, undertake
αναλύω, ανέλυσα/ανάλυσα, αναλύθηκα, αναλυμένος, 5,6, vt. analyse, melt
αναμειγνύω/αναμιγνύω, ανέμειξα/ανάμειξα, ανεμείχθηκα/αναμείχτηκα, αναμεμειγμένος/αναμειγμένος, 87,88, irr, vt. mix together, αναμιγνύομαι, vi.mid. get involved, interfere
ανανεώνω, ανανέωσα, ανανεώθηκα, ανανεωμένος, 3,4, vt. renew, replace, reform
αναπαριστώ/αναπαριστάνω, αναπαρέστησα, αναπαρίσταμαι/αναπαριστάνομαι, αναπαραστάθηκα, αναπαραστημένος, 158,133,104,89, irr, vt. reconstruct, represent, depict, portray
αναπνέω, ανέπνευσα/ανάπνευσα, 42, vi. breathe
αναπτύσσω, ανέπτυξα/ανάπτυξα, αναπτύχθηκα, ανεπτυγμένος, 27,28, vt. unfold, develop, expound, evolve, deploy (troops), increase (speed)
ανασκάπτω, ανέσκαψα, ανασκάπτομαι, ανασκάφηκα/ανασκάφτηκα, ανασκαμμένος, 11,90, irr, vt. dig, excavate
ανασκευάζω, ανασκεύασα, ανασκευάστηκα, ανασκευασμένος, 35,36, vt. refute
ανασταίνω, ανάστησα, αναστήθηκα, αναστημένος, 50,51, vt. resurrect
αναστατώνω, αναστάτωσα, αναστατώθηκα, αναστατωμένος, 3,4, vt. disrupt, disturb, mess up
αναστέλλω, ανέστειλα, αναστέλλομαι, (ανεστάλη-ανεστάλησαν), 85,91, irr, vt. check, stay, inhibit, suspend, stop
αναστενάζω, αναστέναξα, 23, vi. sigh
αναστηλώνω, αναστήλωσα, αναστηλώθηκα, αναστηλωμένος, 3,4
ανασυγκροτώ, ανασυγκρότησα, ανασυγκροτήθηκα, ανασυγκροτημένος, 73,74
ανασυνδέω, 5,6, vt. reconnect
ανασυνθέτω, ανασύνθεσα/ανασυνέθεσα, ανασυντέθηκα, 138,139, irr,
ανασυντάσσω, ανασύνταξα/ανασυνέταξα, ανασυντάχθηκα, ανασυνταγμένος, 28, reply, regroup, rewrite
ανατέλλω, ανέτειλα/ανάτειλα, 85, irr, vi. rise, appear, dawn
ανατριχίαζω, ανατρίχιασα, 35, vi. shiver
αναφέρω, ανέφερα/ανάφερα, αναφέρθηκα, 217,218, irr, vt. mention, αναφέρομαι σε, vi.mid refer to
αναχωρώ, αναχώρησα, 73, vi. depart, go away, leave
ανεβάζω/αναβιβάζω, ανέβασα, (ανέβηκα), ανεβασμένος, 35, vt.act.ppp. raise, carry/lift/put up
ανεβαίνω/αναβαίνω, ανέβηκα, ανέβω/ανεβώ, (ανέβα, ανεβείτε), ανεβασμένος, 92, irr, vt.act.semi.ppp. ascend, climb passive of ανεβάζω: νέο έργο ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο
ανέχομαι, ανέχτηκα/ανέχθηκα, 32, vt.dep. tolerate, bear
ανήκω, (imperf. ανήκα), 93, irr, vt.def. belong
ανησυχώ, ανησύχησα, 73, vi. be worried, μην ανησυχείς, να είσαι καλά! don't worry; be happy!
ανηφορίζω, ανηφόρισα, 33
ανθίζω, άνθισα, ανθισμένος, 33, vi.act.mid.ppp. flower, blossom, thrive
ανθίσταμαι, αντιστάθηκα/αντέστην, 159,133, irr, vi.dep.def.pres. resist
ανθολογώ, ανθολόγησα, ανθολογήθηκα, ανθολογημένος, 73,74, select the best specimens, anthology
ανθοφορώ, 73
ανθρωπεύω, ανθρώπεψα, 17, civilize, improve, become civilized
ανθώ, άνθησα, ανθισμένος, 73, vi. blossom, flourish
ανιστορώ, ανιστόρησα, ανιστορήθηκα, ανιστορημένος, 73,74, recollect, relate, decorate
ανιχνεύω, ανίχνευσα, ανιχνεύτηκα/ανιχνεύθηκα, ανιχνευμένος, 19,20, vt. track, derect
ανοιγοκλείνω, ανοιγόκλεισα, 1, vt. open and close
ανοίγω, άνοιξα, ανοίχτηκα, ανοιγμένος, 21,22, vt. open
ανοικοδομώ, ανοικοδόμησα, ανοικοδομήθηκα, ανοικοδομημένος, 73,74, vt. rebuild
ανορθώνω, ανόρθωσα, ανορθώθηκα, ανορθωμένος, 3,4, vt. stand upright, raise, restore
ανοσιουργώ, ανοσιούργησα, 73
ανοσοποιώ, ανοσοποίησα, ανοσοποιήθηκα, ανοσοποιημένος, 73,74,75
ανταγωνίζομαι, ανταγωνίστηκα, 34, vt.dep. rival, conflict with
ανταλλάσσω/ανταλλάζω, αντάλλαξα, ανταλλάχθηκα/ανταλλάχτηκα, ανταλλαγμένος, 27,23,24,95, vt. exchange, antiallazo
ανταμείβω, αντάμειψα, ανταμείφτηκα/ανταμείφθηκα, 7,8, vt. reward
ανταμώνω, αντάμωσα, ανταμώθηκα, ανταμωμένος, 3,4, meet
αντανακλώ, αντανάκλασα, αντανακλάστηκα, αντανακλασμένος, 71,72, reflect
ανταπαιτώ, ανταπαίτησα, 73
ανταπαντώ, ανταπάντησα, 60
ανταποδίδω, ανταπέδωσα/ανταπόδωσα, ανταποδόθηκα, ανταποδομένος, 186,187, irr, vt. render, return, give back
ανταποκρίνομαι, ανταποκρίθηκα, 2
ανταριάζω, αντάριασα, ανταριασμένος, 35
ανταρτεύω, αντάρτεψα, 17
αντενδείκνυται, αντενδείκνυνται, be contradicted
αντεπεξέρχομαι, αντεπεξήλθα, 214, irr, vi.dep. face
αντεπιτίθεμαι, αντεπιτέθηκα, 138, counter-attack
αντερωτώ, αντερώτησα, 60
αντεύχομαι, αντευχήθηκα, 151
αντέχω, άντεχα/άντεξα, 31, vt.act. resist, endure, hold firm, vi. tolerate, withstand
αντιγράφω, αντέγραψα, αντιγράφτηκα/αντιγράφηκα, αντιγραμμένος, 13,122, vt. copy
αντιδρώ/αντιδράω, αντέδρασα, 71,68, vi. react, be opposed to
αντιθέτω, αντέθεσα, αντιτίθεμαι, αντετέθην/αντιτέθηκα, 137,138, irr, vt. set against, oppose, vi. be opposed
αντιλαμβάνομαι, αντιλήφθηκα, 166, irr, vt.dep. understand, perceive, notice
αντιλέγω, αντείπα, 94, irr, vt.act. contradict, vi.act. disagree, object, retort, say the opposite
αντιμετωπίζω, αντιμετώπισα, αντιμετωπίστηκα, 33,34, vt. resist, confront, face, brave
αντιπροσωπεύω, αντιπροσώπευσα, αντιπροσωπεύτηκα/αντιπροσωπεύθηκα, αντιπροσωπευμένος, 19,20, vt. represent
αντιτάσσω, αντέταξα, αντιτάχθηκα/αντιτάχτηκα, 27,28, array
αντιτείνω, αντέτεινα, 172, irr, vi. object to proposal
αντιτίθεμαι, αντιτέθηκα, 138, vi.dep. be opposed
αντλώ, άντλησα, αντλήθηκα, αντλημένος, 73,74, vt. draw (conclusion), find (information), pump (liquid)
αξίζω, άξισα 33, vi.def. be worth, cost, deserve
αξιολογώ, αξιολόγησα, αξιολογήθηκα, αξιολογημένος, 73,74, distinguish, noteworthy
αξιοποιώ, αξιοποίησα, αξιοποιήθηκα, αξιοποιημένος, 73,74,75, vt. develop, exploit
αξιώνω, αξίωσα, αξιώθηκα, 3,4, vt. judge worthy, αξιώνομαι, vi.mid. manage, contrive
απαγέλλω, απήγγειλα/απάγγειλα, απαγγέλθηκα, απαγγελμένος
απαγκιάζω, απάκιασα
απαγκιστρώνομαι, απαγκιστρώθηκα, απαγκιστρωμένος
απαγορεύω, απαγόρευσα/απαγόρεψα, απαγορεύτηκα/απαγορεύθηκα, απαγορευμένος, 19,17,20, vt. ban, forbid, prohibit
απάγω, απήγαγα, απήχθη - απήχθησαν, 135,136, irr, vt. abduct, carry off
απαιτώ, απαίτησα, απαιτήθηκα, 73,74, vt. demand, claim, require
απαλλάσσω, απάλλαξα, απαλλάσσομαι, απαλλάχθηκα/απαλλάχτηκα, να απαλλαχτώ/απαλλαγώ, απαλλαγμένος, 27,95, irr, vt. exempt, deliver, release, absolve, relieve (of duties)
απαντάω/απαντώ, απάντησα, απαντιέμαι/απαντώμαι, απαντήθηκα, απαντημένος, 58,59,61, vt. to answer
απατάω/απατώ, απάτησα, απατήθηκα, απατημένος, 58,59,61, vt. cheat, deceive, απατιέμαι/απατώμαι, vi.mid. be mistaken, misstep
απειλώ, απείλησα, απειλήθηκα, απειλημένος, 73,74,59, vt. threaten
απελαύνω, απέλασα/απήλασα, απηλάθηκα, 96,97, irr, vt. deport
απευθύνω, απηύθυνα/απεύθυνα, απευθύνθηκα, 48,49, vt. deliver, απευθύνομαι, vi.mid, address, appeal, apply to
απεχθάνομαι, 82, vi.dep.def. loathe
απέχω, απείχα, 190, irr, vi. be far from
απηχώ, 73
απιθώνω, απίθωσα, απιθώθηκα, απιθωμένος, 3,4
απλοποιώ, απλοποίησα, απλοποιήθηκα, απλοποιημένος, 73,74,75, vt. simplify
απλουστεύω, απλούστευσα/απλούστεψα, απλουστεύτηκα/απλουστεύθηκα, απλουστευμένος, 19,17,20, vt. simplify
απλώνω, άπλωσα, απλώθηκα, απλωμένος, 3,4, spread, stretch out, hang, απλώνομαι, vi.mid. extend one's activities
αποβαίνει, αποβαίνουν, (να αποβεί - να αποβούν), 145
αποβάλλω, απέβαλα, αποβλήθηκα, αποβλημένος, 146,147, irr, vt. cast off, dismiss, lose, vi. miscarry
απογίνομαι, απόγινα/απέγινα, 121 irr,
αποδεικνύω/αποδείχνω, απέδειξα/απόδειξα, αποδείχθηκα/αποδείχτηκα, αποδειγμένος/αποδεδειγμένος, 29,30,87,88, prove, demonstrate
αποδίδω, απέδωσα/απόδωσα, αποδόθηκα, αποδομένος/αποδοσμένος, 186,187, irr, vt. give back, return, attribute, credit with, render
αποθαρρύνω, αποθάρρυνα, αποθαρρύνθηκα, αποθαρρημένος, 48,49, vt. discourage, demoralize
αποθέτω, απέθεσα/απόθεσα, αποτίθεμαι, αποτέθηκα, 137,138, irr, vt. put down, deposit, confide, αποθήκη, store
αποθηκεύω, αποθήκευσα/αποθήκεψα, αποθηκεύτηκα/αποθηκεύθηκα, αποθηκευμένος, 19,17,20, vt. store
αποκαλύπτω, αποκάλυψα, αποκαλύφθηκα/αποκαλύφτηκα, 11,12, vt. uncover, reveal
αποκάνω/αποκάμνω, απόκανα/απόκαμα, αποκαμωμένος, 164, irr, vt.act. finish off, vi.act.mid.ppp. get tired, get weary
αποκλείω, απέκλεισα/απόκλεισα, αποκλείστηκα, αποκλεισμένος, 40,41, vt. close off, αποκλείεται! ausgeschloßen, out of the question!
αποκρίνομαι, αποκρίθηκα, 2
αποκρούω, απέκρουσα/απόκρουσα, αποκρούστηκα, 40,41, vt. refute, reject, repel, repulse
αποκτάω/αποκτώ/αποχτώ, απόκτησα/απέκτησα, αποκτιέμαι/αποκτώμαι, αποκτήθηκα/αποχτήθηκα, αποκτημένος, 58,59,61, vt. acquire, obtain, αποκτήστε το τώρα! get it today!
απολαμβάνω/απολαύω, απήλαυσα/απόλαυσα, απολαύσω, απέλαβον, 98, irr, vt.act. gain, get, enjoy, relish, vi.gen. enjoy, experience
απολεπίζω, απολέπισα, απολεπίστηκα, απολεπισμένος, 33,34
απολήγω, 21, def.
απολιθώνω, απολίθωσα, απολιθώθηκα, απολιθωμένος, 3,4
απολογούμαι/απολογιέμαι, απολογήθηκα, 74,59, vi.dep. defend onself, apologize
απολυμαίνω, απολύμανα, απολυμάνθηκα, απολυμασμένος, 44,46, vt. decontaminate, disinfect, fumigate
απολύω, απέλυσα/απόλυσα, απολύθηκα, απολυμένος, 5,6, vt. release, dismiss, let loose, (absolve -> απαλλάσσω)
απομακρύνω, απομάκρυνα, απομακρύνθηκα, απομακρυσμένος, 48,49, move away, entfernen
απομένω, απέμεινα/απόμεινα, 178, remain
απομονώνω, απομόνωσα, απομονώθηκα, απομονωμένος, 3,4, vt. insulate, isolate, separate, απομονώνομαι από, vi.mid. withdraw from
αποπαίρνω, αποπήρα, 185, irr.
αποπειρώμαι, αποπειράθηκα, 99, irr, vi.dep. attempt
αποπέμπω, απέπεμψα, αποπέμφθηκα, 9,10
αποπερατώνω, αποπεράτωσα, αποπερατώθηκα, αποπερατωμένος, 3,4
αποπλανώ, αποπλάνησα, αποπλανήθηκα, αποπλανημένος, 60,61
αποπλέω, απέπλευσα, 42
αποπνέω, 42
αποποιούμαι, αποποιήθηκα, 74,75
αποπροσανατολίζω, αποπροσανατόλισα, αποπροσανατολίστηκα, αποπροσανατολισμένος, 33,34
απορρέω, 42, vi.def. flow (from)
απορρίπτω, απέρριψα/απόρριψα, απορρίφθηκα/απορρίφτηκα, 11,12, vt. refuse
απορρίχνω, απόρριξα, miscarry
απορώ, απόρησα, απορημένος, 73, vi.act.mid.ppp. be astonished, surprised, wonder
αποσπώ/αποσπάω, απέσπασα, αποσπάστηκα, αποσπασμένος, 71,72,68, vt. detach
αποστάζω, απόσταξα/απέσταξα, αποσταγμένος/απεσταγμένος, 23, ppp
αποσταίνω, απόστασα, αποστασμένος, 52, vi.ppp. be tired
αποστασιοποιούμαι, αποστασιοποιήθηκα, αποστασιοποιημένος, 74,75
αποστατώ, αποστάτησα, 73
αποστειρώνω, αποστείρωσα, αποστειρώθηκα, αποστειρωμένος, 3,4
αποστέλλω, απέστειλα, απεστάλη-απεστάλησαν, απεσταλμένος, 85,91, irr,
αποσυνδέω, αποσύνδεσα, αποσυνδέθηκα, αποσυνδεμένος/αποσυνδεδεμένος, 5,6, vt. disconnect
αποσυντίθεμαι, αποσυντέθηκα, αποσυντεθειμένος, 138, irr, vi.dep. decompose, rot
αποσύρω, απόσυρα, αποσύρθηκα, αποσυρμένος, 217,218, irr, vt. withdraw, retract, take away
αποτελώ, αποτέλεσα, αποτελέστηκα, αποτελούμενος, 76,78, vt. to be, make up, form, constitute, αποτελούμαι, vi.mid.def. consist of
αποτίω/αποτίνω, απέτισα, αποτίομαι, 5,6, pay
αποτυχαίνω/αποτυγχάνω, απέτυχα/απότυχα, αποτυχημένος, 148, irr, vi.act.mid.ppp. fail, be unsuccesful
αποφασίζω, αποφάσισα, αποφασίστηκα, αποφασισμένος, 33,34, vt. decide on
αποφέρω, απέφερα, 217, irr, vi. produce
αποφεύγω, απέφυγα/απόφυγα, αποφεύγομαι, αποφεύχθηκα, 228,100, irr, vt. avoid, escape
αποφλοιώνω, αποφλοίωσα, αποφλοιώθηκα, αποφλοιωμένος, 3,4
αποφοιτώ, αποφοίτησα, 60
αποφορτίζω, αποφόρτισα, αποφορτίστηκα, αποφορτισμένος, 33,34
αποφράζω, απέφραξα/απόφραξα, αποφράχτηκα/αποφράχθηκα, 23,24
αποφυλακίζω, αποφυλάκισα, αποφυλακίστηκα, αποφυλακισμένος, 33,34
αποχαιρετάω/αποχαιρετώ/αποχαιρετίζω, αποχαιρέτισα, αποχαιρετίστηκα, 33,34,173
αποχαλινώνω,
αποχαυνώνω,
αποχρωματίζω,
αποχωρίζω, αποχώρισα, αποχωρίστηκα, αποχωρισμένος, 33,34, vt. separate, αποχωρίζομαι, vi.mid. part from
αποχωρώ, αποχώρησα, 73, vi. withdraw, resign
αποψιλώ,
άπτομαι,
απωθώ,
αραδιάζω,
αράζω, άραξα, αραγμένος, 23, moor, tie up, come to rest
αραιώνω, αραίωσα, αραιώθηκα, αραιωμένος, 3,4, thin or spread out, dilute, make or become fewer
αργάζω, άργασα, αργάστηκα, αργασμένος, 35,36, vt. tan
αργώ, άργησα, 73, vt.act. delay, make late, hold up, vi.act.mid be late, μην αργήσεις!
αρέσω, άρεσα, 101, irr, vi. be pleasing to, την αρέσω, she likes me.
αρκώ, άρκεσα/ήρκεσα, αρκέστηκα/ηρκέσθην, 76,78, irr, vt. suffice
αρμόζει, αρμόζουν, vi.impers. fit, be suitable
αρνούμαι/αρνιέμαι, αρνήθηκα, 74,59 vt.dep. deny, refuse, negate
αρπάζω, άρπαξα, αρπάχτηκα, αρπαγμένος, 23,24, vt. snatch, catch, seize, steal, grab, αρπάζομαι, vi.mid. come to blows, lose one's temper
αρραβωνιάζω, αρραβώνιασα, αρραβωνιάστηκα, αρραβωνιασμένος, 35,36, vt. betroth, αρραβωνιάζομαι, vi.mid. get engaged
αρρωσταίνω, αρρώστησα, αρρωστημένος, 50, vt.act. make sick/ill, vi.act.mid.ppp. get sick
αρταίνω, άρτυσα, αρτύθηκα, αρτυμένος/αρτυσμένος, 102,103, irr, vt. spice, αρταίνομαι
αρχαΐζω, 33
αρχίζω, άρχισα, αρχινισμένος, 33, vt.act. begin, start
αρχινάω/αρχινώ, αρχίνησα, αρχινισμένος, 58, vt. begin
αρωματίζω, αρωμάτισα, αρωματίστηκα, αρωματισμένος, 33,34,
ασβεστώνω, ασβέστωσα, ασβεστώθηκα, ασβεστωμένος, 3,4
ασεβώ, ασέβησα, 73
ασελγώ, ασέλγησα, 73
ασημώνω, ασήμωσα, ασημώθηκα, ασημωμένος, 3,4
ασθενώ, ασθένησα, 73
ασθμαίνω, 44, vi.def. pant, be out of breath
ασκητεύω, ασκήτεψα, 17
ασκώ, άσκησα, ασκήθηκα, ασκημένος, 73,74, vt. exercise, practise, ασκούμαι, vi.mid. exercise oneself, η άσκηση, the exercize
ασπάζομαι, ασπάστηκα, 36
ασπρίζω, άσπρισα, ασπρίστηκα, ασπρισμένος, 33,34
αστειεύομαι, αστειεύτηκα, 18, vi.dep. be joking
αστικοποιώ, αστικοποίησα, αστικοποιήθηκα, αστικοποιημένος, 73,74,75
αστοχώ, αστόχησα, 73
αστράφτω, άστραψα, 15, vi. flash, lighten, shine, sparkle, αστράφτει, vi.impers. it's lightening
αστυνομεύω, αστυνόμευσα, 19,20
ασφαλίζω, ασφάλισα, ασφαλίστηκα, ασφαλισμένος, 33,34
ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωσα, ασφαλτοστρώθηκα, ασφαλτοστρωμένος, 3,4
ασφύκτιώ, 60
ασχημαίνω, ασχήμυνα, 47
ασχημίζω, ασχήμισα, 33
ασχημονώ, 73
ασχολούμαι/ασχολιέμαι, ασχολήθηκα, 74,59, vi.dep.mid. engage in, keep busy, occupy myself
ατενίζω, ατένισα, 33
ατιμάζω, ατίμασα, ατιμάστηκα, ατιμασμένος, 35,36
ατονώ, ατόνησα, 73
ατροφώ, ατρόφησα, 73
ατσαλώνω, ατσάλωσα, ατσαλώθηκα, ατσαλωμένος, 3,4
ατυχώ, ατύχησα, 73, vi.act.mid. be unlucky
αυγοκόβω, αυγόκοψα, αυγοκομμένος, 7
αυθαδιάζω, αυθαδίασα, 35
αυθαιρετώ, αυθαιρέτησα, 73
αυθυποβάλλομαι, αυθυποβλήθηκα, 147,
αυλακώνω, αυλάκωσα, αυλακώθηκα, αυλακωμένος, 3,4,
αυνανίζομαι, αυνανίστηκα, 34,
αυξάνω/αυξαίνω, αύξησα, αυξήθηκα, αυξημένος, 104,105, irr, vt. increase
αυξομειώνω, αυξομείωσα, αυξομειώθηκα, 3,4,
αυτενεργώ, αυτενέργησα, 73,
αυτοεξυπηρετούμαι, αυτοεξυπηρετήθηκα, 74
αυτοκτονώ, αυτοκτόνησα, 73, vi. commit suicide, kill oneself
αυτοματοποιώ, αυτοματοποίησα, αυτοματοποιήθηκα, αυτοματοποιημένος, 73,74,75, vt. automate
αυτομολώ, αυτομόλησα, 73
αυτονομούμαι, αυτονομήθηκα, αυτονομημένος, 74
αυτοπατώμαι, 61
αυτοσχεδιάζω, αυτοσχεδίασα, 35
αφαιρώ, αφαίρεσα, αφαιρέθηκα, αφαιρεμένος, 76,77,63, vt. abstract, cut, remove, steal, distract
αφανίζω, αφάνισα, αφανίστηκα, αφανισμένος, 33,34, vt. annihilate, harass, αφανίζομαι vi.mid. vanish, be destroyed
αφηγούμαι, αφηγήθηκα, 74, vt.dep. narrate
αφήνω, άφησα/άφηκα, αφέθηκα, αφημένος, 106,107, irr, vt. let, leave
αφθονώ, 73, vi.def. abound
αφιερώνω, αφιέρωσα, αφιερώθηκα, αφιερωμένος, 3,4, vt. dedicate, devote, αφιερώνομαι σε κάτι, vi.mid. devote oneself to sth
αφιονίζω, αφιόνισα, αφιονίστηκα, αφιονισμένος, 33,34
αφίσταμαι, απέστην, dep. to differ, hold aloof
αφομοιώνω, αφομοίωσα, αφομοιώθηκα, αφομοιωμένος, 3,4, vt. assimilate
αφοπλίζω, αφόπλισα, αφοπλίστηκα, αφοπλισμένος, 33,34
αφορά-αφορούν, imperf. αφορούσε-αφορούσαν, vt.impers. relate to, concern
αφορίζω, αφόρισα, αφορίστηκα, αφορισμένος, 33,34
αφοσιώνομαι, αφοσιώθηκα, αφοσιωμένος, 4, vi.dep.mid. to devote oneself
αφουγκράζομαι, αφουγκράστηκα, 36
αφρίζω, άφρισα, αφρισμένος, 33
αφυπηρετώ, αφυπηρέτησα, 73
αφυπνίζω, αφύπνισα, αφυπνίστηκα, αφυπνισμένος, 33,34
αχνίζω, άχνισα, 33
αχνοφέγγω, 21,
αχολογάω/αχολογώ, αχολόγησα, 58
αχρηστεύομαι, αχρηστεύτηκα/αχρηστεύθηκα, αχρηστευμένος, 17,19,20
αψηφάω/αψηφώ, αψήφησα, 58, vt. brave, narguer, mépriser, neglect, forget, defy
αψιμαχώ, 73, vi.def. skirmish
βαβίζω, βάβισα, 33, vi. bark, cry, scream
βαδίζω, βάδισα, 33, vi. walk, march, move
βάζω/βάνω, έβαλα, βάλθηκα, βαλμένος, 108,182, irr, vt. lay, place, wear, put /down/in/on, ~ κάτω/μέσα/../
βαθαίνω, βάθυνα, 47, vt.act. make deeper, vi. get deeper, grow hollow, widen
βαθμολογώ, βαθμολόγησα, βαθμολογήθηκα, βαθμολογημένος, 73,74, vt. note, grade
βαθουλώνω, βαθούλωσα, βαθουλωμένος, 3, vt.act. sculpt, empty, hollow out, vi. become hollow
βαίνω, έβην, come, venir, go
βαλαντώνω, βαλάντωσα, βαλαντωμένος, 3, vi.ppp. be tired, exhausted
βάλλω, έβαλα, βλήθηκα/εβλήθην, βεβλημένος, 146,147, irr, vt. to throw
βαλσαμώνω, βαλσάμωσα, βαλσαμώθηκα, βαλσαμένος, 3,4, vt. embalm, stuff
βαλτώνω, βάλτωσα, βαλτωμένος, 3, vi.ppp. stagnate, sink, become a marsh
βαραθρώνω, βαράθρωσα, βαραθρώθηκα, βαραθρωμένος, 3,4, vt. throw over a precepice, destroy, ruin
βαραίνω, βάρυνα, 47, vt. be a burden on, vi. weigh, become heavy
βαράω/βαρώ, βάρεσα, βαρεμένος, 62, vt. bang, beat, kick, do, hit, shoot, vi. be hurt
βαριακούω, 83, vi.def. be hard on the ears
βαριαναστενάζω, βαριαναστέναξα, 23, vi. sigh, shiver
βαριαρρωστάω/βαριαρρωστώ, βαριαρρώστησα, 58, vi. become very sick
βαριέμαι, βαρέθηκα, (βαριεστισμένος), 63, vt.dep. be bored with, vi.dep. be bored
βαριεστάω, βαριέστησα, βαριεστημένος, 58, vi.ppp. have enough, be bored
βαριοφαίνεται-βαριοφάνηκα, 225, irr, vi.def.impers. displease
βαρυγκωμάω/βαρυγκωμώ, βαρυγκώμησα, 58
βαρύνω, βάρυνα, βαρύνθηκα-εβαρύνθην, βεβαρημένος, 48,49, vt. weigh down, βαρύνομαι, vi.mid.def. be laid to one's charge
βαρυστομαχιάζω, βαρυστομάχιασα, βαρυστομαχιασμένος, 35, vi.ppp. have indigestion, stomach ache
βασανίζω, βασάνισα, βασανίστηκα, βασανισμένος, 33,34, vt. torment, torture, βασανίζομαι, vi.mid. struggle, torture oneself
βασίζω, βάσισα, βασίστηκα, βασισμένος, 33,34, vt. base, βασίζομαι, vi.mid. rely
βασιλεύω, βασίλεψα, 17, vi. reign, set (sun)
βασκαίνω, βάσκανα, βασκάθηκα, βασκαμένος, 44,45, vt. cast evil eye upon
βαστάζω, βάσταξα, βαστάχτηκα, βασταγμένος, 23,24, vt. carry, support
βαστάω/βαστώ, βάσταξα/βάστηξα, βαστάχτηκα/βαστήχτηκα, βασταγμένος/βαστηγμένος, 64,65,66,67, vt. hold, contain, support, carry, keep, βαστιέμαι, vi.mid. control oneself
βατεύω, βάτεψα, βατεύτηκα, βατεμένος, 17,18, vt. cover an animal
βαυκαλίζω, βαυκάλισα, βαυκαλίστηκα, βαυκαλισμένος, 33,34, vt. rock/lull to sleep
βαφτίζω/βαπτίζω, βάφτισα, βαφτίστηκα, βαφτισμένος, 33,34, vt. baptize, name, call, christen
βάφω, έβαφα, έβαψα, βάψε, βάψου, βάφηκα/βάφτηκα, βαμμένος, 13,122, irr, vt. paint
βγάζω, έβγαλα, βγάλθηκα, βγαλμένος, 108, irr, vt. take out/off, get off, remove, extract
βγαίνω, βγήκα, βγω, (βγες/έβγα, βγείτε), βγαλμένος, 109, irr, vi.ppp.semi. come/go out, exit
βεβαιώνω, βεβαίωσα, βεβαιώθηκα, βεβαιωμένος, 3,4, vt. affirm, assure, βεβαιώνομαι, vi.mid. make sure
βεβηλώνω, βεβήλωσα, βεβηλώθηκα, βεβηλωμένος, 3,4, vt. desecrate
βελάζω, βέλαξα, 23, vi. bleat
βελονιάζω, βελόνιασα, βελονιάστηκα, βελονιασμένος, 35,36, vt. thread, stitch, prick
βελτιώνω, βελτίωσα, βελτιώθηκα, βελτιωμένος, 3,4, vt. improve, enhance, βελτιώνομαι, vi.mid. get/become better, η βελτίωση, improvement
βερνικώνω, βερνίκωσα, βερνικώθηκα, βερνικωμένος, 3,4, vt. varnish
βηματίζω, βημάτισα, 33, vi. walk, pace
βήχω, έβηξα, 31, vi.act. cough
βιάζω, βίασα/έβιασα, βιάστηκα, βιασμένος, 35,36, vt. force, urge, rape, βιάζομαι vi.mid, be in a hurry
βιαιοπραγώ, βιαιοπράγησα, 73, vi. act with violence
βιβλιοδετώ, βιβλιοδέτησα, βιβλιοδετήθηκα, βιβλιοδετημένος, 73,74, vt. bind a book
βιγλίζω, βίγλισα, 33, vt.act. keep a look-out (for), vi. keep guard,
βιδώνω, βίδωσα, βιδώθηκα, βιδωμένος, 3,4, vt. screw
βιντεοσκοπώ, βιντεοσκόπησα, βιντεοσκοπήθηκα, βιντεοσκοπημένος, 73,74, vt. video-record
βιομηχανοποιώ, βιομηχανοποίησα, βιομηχανοποιήθηκα, βιομηχανοποιημένος, 73,74,75, industrialize
βιράρω, βιράρισα, 55, vi. weigh anchor
βιώνω, βίωσα, βιώθηκα, βιωμένος, 3,4, vt. live, experience, participate
βλάπτω/βλάφτω, έβλαψα, βλάφτηκα, βλαμμένος, 11,12,15,16, vt. harm, damage
βλασταίνω/βλαστάνω/βλαστίζω, βλάστησα, 50, vi. sprout, grow shoots
βλαστημάω/βλαστημώ, βλαστήμησα, 58, vt.act.vi. curse, blaspheme
βλαστολογώ, βλαστολόγησα, 73,58, vt. ? vignard
βλασφημώ, βλασφήμησα, 73, vt.act.vi. blaspheme
βλέπω, είδα, (δω, δεις, δούμε...), (δες, δέστε/δείτε), βλέπομαι, ειδώθηκα, ιδωθώ, ιδωμένος, 110,111, irr, vt. to see, look, watch, be seen
βλογάω/βλογώ, βλόγησα, βλογήθηκα, βλογημένος, 58,59, vt. bless, ευλογώ,
βογκαώ/βογκώ/βογγάω, βόγκηξα, 66, vi. groan, moan
βοηθάω/βοηθώ, βοήθησα/βόηθησα, βοηθήθηκα, βοηθημένος, 58,59, vt. help
βολεί-βολούσε, βόλεσε, impers.
βολεύω, βόλεψα, βολεύτηκα, βολεμένος, 17,18, vt. fit in, cope with, manage, βολεύομαι, vi.mid. be comfortable
βολιδοσκοπώ, βολιδοσκόπησα, βολιδοσκοπήθηκα, βολιδοσκοπημένος, 73,74, vt. sound, fathom
βολοδέρνω, βολόδειρα, 120, irr, vi. break soil, struggle, wrestle
βολτάρω, βόλταρα/βολτάρισα, 53, vi. go for a walk
βομβαρδίζω, βομβάρδισα, βομβαρδίστηκα, βομβαρδισμένος, 33,34, vt. bomb
βοσκάω/βοσκώ/βόσκω/βοσκιέμαι/βόσκομαι, βόσκησα, βοσκήθηκα, βοσκημένος, 58,59,112,151, irr, vt. graze, browse, wander
βοτανίζω, βοτάνισα, βοτανίστηκα, βοτανισμένος, 33,34, vt. weed the garden
βουβαίνω, βούβανα, βουβάθηκα, βουβαμένος, 44,45, vt. make dumb
βουίζω, βούιξα, 23, vi. buzz, hum, roar, make a confused noise
βουλιάζω, βούλιαξα, βουλιαγμένος, 23, vt.act. ruin, collapse, vi.ppp. sink
βούλομαι, βουλήθηκα, 151, irr, vt.dep. wish, want
βουλώνω, βούλωσα, βουλωμένος, 3, vt.act. seal, stop up, block, close, vi.ppp. become stopped up
βουρκώνω, βούρκωσα, βουρκωμένος, 3, vi.ppp. brim with tears, threaten rain, get muddy
βουρλίζω, βούρλισα, βουρλίστηκα, βουρλισμένος, 33,34, vt. drive mad, βουρλίζομαι, vi.mid. become furious, desire madly
βουρτσίζω, βούρτσισα, βουρτσίστηκα, βουρτσισμένος, 33,34, vt. brush
βουτάω, βούτηξα, βουτήχτηκα, βουτηγμένος, 66,67, vt. dip, grab, snatch, steal, vi. jump, βουτιέμαι, vi.mid. fight
βουτυρώνω, βουτύρωσα, βουτυρώθηκα, βουτυρωμένος, 3,4, vt. butter
βραβεύω, βράβευσα, βραβεύτηκα/βραβεύθηκα, βραβευμένος, 19,20, vt. reward, give prize to
βραδιάζει, βράδιασε, 35, vi.impers. evening falls
βραδύνω, βράδυνα, 48, vi. be slow or late
βραδυπορώ, 73, vi.def. go slowly, lag
βράζω, έβρασα, βράστηκα, βρασμένος, 35,36, vt. boil, seethe, ferment
βραχνιάζω, βράχνιασα, βραχνιασμένος, 35, vt.act. make, vi.ppp. become hoarse
βραχυκυκλώνω, βραχυκύκλωσα, βραχυκυκλώθηκα, βραχυκυκλωμένος, 3,4, vt. short-circuit
βρέχω, έβρεξα, βράχηκα, βρεμένος/βρεγμένος, 31,113, irr, vt. wet, moisten, βρέχομαι, vi.mid. get wet, βρέχει, impers. it is raining
βρίζω, έβρισα, βρίστηκα, βρισμένος, 33,34, vt. abuse, revile, swear at
βρίθει-βρίθουν, έβριθε-έβριθαν, vi.def.third. (+gen) teem with, be full of, βρίθω
βρικολακιάζω, βρικολάκιασα, βρικολακιασμένος, 35, vi.ppp. become a vampire
βρίσκω, βρήκα/ήβρα, (βρω, βρεις..), (βρες, βρείτε), βρέθηκα, βρισκόμενος, 114,115, irr, vt.semi. find
βρομάω/βρωμάω/βρομώ, βρόμησα, 58, vi. stink, smell
βρομίζω, βρόμισα, βρομίστηκα, βρομισμένος, 33,34, vt. make/get dirty, vi. irritate, annoy, pollute
βρομοκοπάω/βρομοκοπώ, βρομοκόπησα, 58, vi. stink
βροντάω/βροντώ, βρόντηξα/βρόντησα, 66,58, vt.act. slam, bang on, vi. boom, βροντάει, impers. thunder
βροντοκοπάω/βροντοκοπώ, βροντοκόπησα, 58, vi. bang, thump
βροντοφωνάζω, βροντοφώναξα, 23, vi. yell, scream
βρυχιέμαι/βρυχώμαι, βρυχήθηκα, 59,61, vi.dep. roar
βυζαίνω, βύζαξα, βυζάχτηκα, βυζαγμένος, 116,117, irr, vt. suckle, breastfeed
βυθίζω, βύθισα, βυθίστηκα, βυθισμένος, 33,34, vt. immerse, plunge, sink, sank, sunk
βυθομετρώ/βυθομετράω, βυθομέτρησα, 73,58, vi. test the depth
βυσσοδομώ, βυσσοδόμησα, 73, vi. machinate, intrigue (against)
γαρνίρω, γαρνίρισα, γαρνιρίστηκα, γαρνιρισμένος, 56,57, vt. garnish
γδέρνω, έγδαρα, γδάρθηκα, γδαρμένος, 118,119, irr, vt. skin, scratch, scuff
γδύνω, έγδυσα, γδύθηκα, γδυμένος, 1,2, vt. undress, γδύνομαι, vi.mid. get undressed
γειτονεύω, γειτόνεψα, 17, be in the neighborhood of
γελάω/γελώ, γέλασα, γελάστηκα, γελασμένος, 68,69, vi. (with με) to laugh at, γελιέμαι, vi.mid. be deceived or mistaken
γεμίζω, γέμισα, γεμισμένος, 33, vt.act. fill, stuff, vi. be full
γεννάω/γεννώ, γέννησα, γεννήθηκα, γεννημένος, 58,59, vt. bear, γεννιέμαι, vi.mid. be born
γερνάω/γερνώ, γέρασα, γερασμένος, 68, vt.act. make old, vi.act.mid.ppp. get old
γέρνω, έγειρα, γερμένος, 120, irr, vt.act. tip, dip, bend, bow, vi.ppp. middle?
γεύομαι, γεύτηκα, 18, vt.dep. taste, try, η γεύση
γιατρεύω, γιάτρεψα, γιατρεύτηκα, γιατρεμένος, 17,18, vt. cure, heal
γίνομαι, έγινα/γίνηκα, γίνω/γένω, γινωμένος, 121, irr, vi.dep.semi. become, get, γίνεται, happen, occur, γεγονός, event, fact
γιορτάζω, γιόρτασα, γιορτάστηκα, γιορτασμένος, 35,36, vt. to celebrate
γκαστρώνω, γκάστρωσα, γκαστρώθηκα, γκαστρωμένος, 3,4, vt. make pregnant, keep waiting, pester
γκρεμίζω, γκρέμισα, γκρεμίστηκα, γκρεμισμένος, 33,34, vt. demolish, γκρεμίζομαι, vi.mid. collapse, be destroyed
γκρινιάζω, γκρίνιαξα, 23, vt.act. nag, vi. moan, grumble
γλεντάω/γλεντώ, γλέντησα, 58, vi. amuse oneself
γλιστράω/γλιστρώ, γλίστρησα, 58, vi. slip
γλιτώνω/γλυτώνω, γλίτωσα/γλύτωσα, γλιτωμένος, 3, vt.act. to save, rescue, vi.act.mid.ppp. escape, survive, get away with sthg, have a close shave
γνέφω, έγνεψα, 13, vt.act. nod/wave to, wink at, vi. signal
γνωρίζω, γνώρισα, γνωρίστηκα, 33,34, vt. know, introduce, γνωρίζομαι, vi.mid. be/get acquainted, meet/know each other
γονατίζω, γονάτισα, γονατισμένος, 33, vt.act. make kneel, weigh down
γονιμοποιώ, γονιμοποίησα, γονιμοποιήθηκα, γονιμοποιημένος, 73,74,75, fertilize
γουστάρω, γούσταρα/γουστάρισα, 53, vt.act. like, want, please, το γούστο, taste
γράφω, έγραψα, γράφηκα/γράφτηκα, γραμμένος, 13,122, irr, vt. write
γρηγορώ, 73, def. watch, be vigilant
γρικάω/γρικώ, γρίκησα, 58,59, hear
γριπιάζομαι/γριπώνομαι, γριπάστηκα/γριπώθηκα, γριπιασμένος/γριπωμένος, 36,4, vi. have a cold
γρονθοκοπάω/γρονθοκοπώ, γρονθοκόπησα, γρονθοκοπήθηκα, γρονθοκοπημένος, 58,59, vt. fist-fight
γρούζω, έγρουξα, 23, vi. grogner, gronder, groan, complain
γρουσουζεύω, γρουσούζεψα, 17, vt. bring bad luck
γρυλίζω, γρύλισα, 33, vi. grogner, grincer
γυαλίζω, γυάλισα, γυαλίστηκα, γυαλισμένος, 33,34, vt. polish, shine
γυμνάζω, γύμνασα, γυμνάστηκα, γυμνασμένος, 35,36, vt. exercize
γυμνώνω, γύμνωσα, γυμνώθηκα, γυμνωμένος, 3,4, vt. undress, make nude
γυναικοκρατούμαι, 74, vi.dep. be dominated by women, effeminize
γυναικοφέρνω, 226, vi. act like a woman
γυρεύω, γύρεψα, 17, vt.vi. look, search for
γυρνάω/γυρνώ/γυρίζω, γύρισα, γυρίζομαι, γυρίστηκα, γυρισμένος, 70,33,34, vt. to turn, return, go around
γυροφέρνω, γυρόφερα, 226, vi. parade
γυψώνω, γύψωσα, γυψώθηκα, γυψωμένος, 3,4, vt. plaster
γωνιάζω, γώνιασα, γωνιάστηκα, γωνιασμένος, 35,36, vt. make square
δαγκώνω/δαγκάνω, δάγκωσα, δαγκώθηκα, δαγκωμένος, 3,4, vt. bite
δαιμονίζω, δαιμόνισα, δαιμονίστηκα, δαιμονισμένος, 33,34
δακρύζω, δάκρυσα, δακρυσμένος, 33, vi.act.mid.ppp. shed tears, cry, δακρύνω
δακτυλογραφώ, δακτυλογράφησα, δακτυλογραφήθηκα, δακτυλογραφημένος, 73,74, vt. type
δαμάζω, δάμασα, δαμάστηκα, δαμασμένος, 35,36, vt. tame
δανείζω, δάνεισα, δανείστηκα, δανεισμένος, 33,34, vt. lend, δανείζομαι, vt.mid. borrow, δανεικός, adj. borrowed
δανειοδοτώ, δανειοδότησα, δανειοδοτήθηκα, δανειοδοτημένος, 73,74, accord loans, lend
δαπανάω/δαπανώ/δαπανιέμαι/δαπανώμαι, δαπάνησα, δαπανήθηκα, δαπανημένος, 58,59,61, vt. spend
δασκαλεύω, δασκάλεψα, δασκαλεύτηκα, δασκαλεμένος, 17,18, vt. teach, give lessons to, instruct
δασμολογώ, δασμολόγησα, δασμολογήθηκα, δασμολογημένος, 73,74, vt. impose import duties
δασύνομαι, 49 vt.dep.def. mettre l'esprit rude? δασύνω
δειλιάζω, δείλιασα, 35, vi. be afraid, lack courage
δεινοπαθώ, δεινοπάθησα, 73, vi. be sick, suffer
δειπνώ, δείπνησα, 73, vi. dine, eat
δείχνω/δεικνύω, έδειξα, δείχτηκα, δειγμένος, 29,30, vt. show, point out
δεκάζω, δέκασα, δεκάστηκα, δεκασμένος, 35,36
δεκαπλασιάζω, δεκαπλασίασα, δεκαπλασιάστηκα, δεκαπλασιασμένος, 35,36
δελεάζω, δελέασα, δελεάστηκα, δελεασμένος, 35,36, vt. allure, tempt
δένω, δέσω, έδεσα, δέθηκα, δεμένος, 1,2, vt. tie, bind
δεξιώνομαι, δεξιώθηκα, 4, vt.dep. receive, welcome, entertain
δέομαι, δεήθηκα, 151, vi.dep. pray, supplicate, beg
δέρνω, έδειρα, δάρθηκα, δαρμένος, 120,119, irr, vt. beat, δέρνομαι, vi.mid. wail, mourn
δεσμεύω, δέσμευσα, δεσμεύτηκα/δεσμεύθηκα, δεσμευμένος, 19,20, vt. bind
δεσπόζω, 35, def. vi. reign, dominate
δευτερολογώ, δευτερολόγησα, 73, vi. reply, respond
δέχομαι, δέχτηκα/δέχθηκα(/εδέχθην), (δεδεγμένος), 32, vt.dep. accept, receive
δηλητηριάζω, δηλητηρίασω, δηλητηριάστηκα, δηλητηριασμένος, 35,36, vt. poison
δηλώνω, δήλωσα, δηλώθηκα, δηλωμένος, 3,4, vt. declare
δημιουργώ, δημιούργησα, δημιουργήθηκα, δημιουργημένος, 73,74, vt. create
δημοπρατώ, δημοπράτησα, δημοπρατήθηκα, δημοπρατημένος, 73,74, vt. auction
δημοσιεύω, δημοσίευσα, δημοσιεύτηκα/δημοσιεύθηκα, δημοσιευμένος, 19,20, vt. publish
δημοσιογραφώ, δημοσιογράφησα, 73, vi. be a journalist, journalize, report
διαβάζω, διάβασα, διαβάστηκα, διαβασμένος, 35,36, vt. read, study
διαβαίνω, διάβηκα, διαβώ, 92, irr, vt.semi. cross, pass by
διαβάλλω, διέβαλα, διαβκήθηκα, 146,147, irr, defame, calumniate, curse, accuse
διαβεβαιώνω, διαβεβαίωσα, διαβεβαιώθηκα, διαβεβαιωμένος, 3,4, vt. assure, affirn, confirm, certify, swear
διαβιβάζω, διαβίβασα, διαβιβάστηκα, διαβιβασμένος, 35,36, vt. transmit, send
διαβλέπω, διέβλεψα/διείδα, 123, vt.act. discern
διαγράφω, διέγραψα, διαγράφηκα/διαγράφτηκα, διαγραμμένος, 13,122, delete, erase
διαθέτω, διέθεσα, διατίθεμαι, διατέθηκα, διατεθειμένος, 137,138, irr, vt. have at one's disposal, bequeath, διαθήκη, last will and testament, διάθεση, disposition
διαθλώ, (διέθλασα), (διαθλάστηκα), 71,72, vt. refract
διαιρώ, διαίρεσα, διαιρέθηκα, διαιρεμένος, 76,77, vt. divide
διαισθάνομαι, διαισθάνθηκα, 82, vt. see in advance, sense, prescient
διαιωνίζω, διαιώνισα, διαιωνίστηκα, διαωνισμένος, 33,34, vt. perpetuate
διακανονίζω, διακανόνισα, διακανονίστηκα, διακανονισμένος, 33,34, organize, regiment
διακατέχω/διακατέχομαι, 190,191, irr, vt.act.def.def, inhabit, motivate, animate
διάκειμαι, διέκειντο, 158, vi.dep.def. de disposed/inclined to
διακηρύσσω, διακήρυψα, διακηρύχθηκα/διακηρύχτηκα, διακηρυγμένος, 27,28, vt. proclaim
διακινδυνεύω, διακινδύνευσα/διακινδλυνψα, 19,17, vt.act. risk, bet, compromise, expose oneself, gamble, play
διακινώ, διακίνησα, διακινήθηκα, 73,74, vt. distribute, transport
διακλαδίζομαι/διακλαδώνομαι, διακλαδίστηκα/διακλαδώθηκα, διακλαδισμένος/διακλαδωμένος, 34,4, vi.dep. branch
διακομίζω, διακόμισα, διακομίστηκα, διακομισμένος, 33,34, vt. transport (the sick or injured)
διακονεύω, διακόνεψα, 17
διακόπτω, διέκοψα, διακόπτομαι, διακόπηκα, διακεκομμένος, 11,124, irr, vt. interrupt, disrupt, cut off
διακοσμώ, διακόσμησα, διακοσμήθηκα, διακοσμημένος, 73,74, vt. decorate
διακρίνω, διέκρινα, διακρίθηκα, διακεκριμένος, 172,2, irr, distinguish, differentiate, vi.mid. be outstanding
διαλέγω, διάλεξα, διαλέχτηκα, διαλεγμένος, 21,22, vt. choose, pick out, select
διαλύω, διέλυσα/διάλυσα, διαλύθηκα, διαλυμένος, 5,6, vt. dissolve, dismantle, wear out
διαμαρτύρομαι, διαμαρτυρήθηκα, 151, irr, vi.dep. (για κάτι) protest
διαμαρτυρώ, διαμαρτύρησα, διαμαρτυρήθηκα, διαμαρτυρημένος, 73,74, vt. protest (bill), διαμαρτυρούμαι, vi.mid. protest
διανέμω, διένειμα, διανεμήθηκα, διανεμημένος, 125,126, irr, vt. distribute
διαρρέω, διέρρευσα, 42,43, vi. flow (through), διαρρέομαι, def. ?
διαρρηγνύω, διέρρηξα, 87,88, irr, vt. tear, burst, break, burgle
διασκεδάζω, διασκέδασα, διασκεδάστηκα, διασκεδασμένος, 35,36, vt. entertain sbdy, vi. amuse/enjoy myself, have fun, διασκεδάζομαι, vt.dep. resolve, remove
διασκευάζω, διασκεύασα, διασκευάστηκα, διασκευασμένος, 35,36, vt. arrange, adapt (a book)
διασπώ/διασπάω, διέσπασα, διασπάστηκα, διασπασμένος, 71,72,68, vt. split
διατάζω, διέταξα, διατάχθηκα/διατάχτηκα, 23,24, vt. command, order, vi. give orders
διατάσσω, διέταξα, διατάχθηκα/διατάχτηκα, διαταγμένος/διατεταγμένος, 27,28, vt. arrange, order, position, η διάταξη, arrangement
διατηρώ, διατήρησα, διατηρήθηκα, διατηρημένος, 73,74, vt. conserve, keep, maintain
διατυπώνω, διατύπωσα, διατυπώθηκα, διατυπωμένος, 3,4, vt. express, declare, ask, formulate, word, η διατύπωση, expression, statement, phrasing, style
διαφαίνομαι, διαφάνηκα, (διαφαινόμενος), 225, irr, vi.dep.mid. show through
διαφεντεύω, διαφέντεψα, διαφεντεύτηκα, διαφεντε(υ)μένος, 17,18
διαφέρω, διέφερα, 217, irr, vi.act.mid. be different
διαφεύγω, διέφυγα, 228, irr, vt.act. escape, vi. leak
διαφημίζω, διαφήμισα, διαφημίστηκα, διαφημισμένος, 33,34, vt. advertise, promote, η διαφήμιση, advertisement, publicity
διαφθείρω, διέφθειρα, διαφθάρηκα, διεφθαρμένος, 217,229, irr, corrupt, seduce
διαφιλονικώ, διαφιλονίκησα, 73
διαφοροποιώ, διαφοροποίησα, διαφοροποιήθηκα, διαφοροποιημένος, 73,74,75
διαφυλάσσω, διαφύλαξα, διαφυλάχθηκα/διαφυλάχτηκα, διαφυλαγμένος, 27,28
διαφωνώ, διαφώνησα, 73, vt.act. disagree
διαφωτίζω, διαφώτισα, διαφωτίστηκα, διαφωτισμένος, 33,34, vt. solve, clear up, enlighten
διαχειμάζω, διαχείμασα, 35, vi. winter
διαχειρίζομαι, διαχειρίστηκα, 34, vt.dep. manage, handle, administer
διαχέω/διαχύνω, διέχυσα, διαχύθηκα, 5,127, irr, vt. spread, give off, διαχέομαι
διαχωρίζω, διαχώρισα, διαχωρίστηκα, διαχωρισμένος, 33,34, partition, split, sort out
διαψεύδω, διέψευσα, διαψεύστηκα, διαψευσμένος, 128,129, irr, vt. prove false, deny
διδάσκω, δίδαξα, διδάχτηκα/διδάχθηκα, διδαγμένος, 25,26, vt. teach
διεγείρω, διήγειρα/διέγειρα, διεγέρθηκα, διεγερμένος, 143,144, irr, excite, arouse, stimulate
διέγνωσα (να διαγνώσω), (ag.aor. διαγιγνώσκω), 71
διεθνοποιώ, διεθνοποίησα, διεθνοποιήθηκα, διεθνοποιημένος, 73,74,75
διεισδύω, διείσδυσα, 5
διεκδικώ, διεκδίκησα, διεκδικήθηκα, 73,74
διεκπεραιώνω, διεκπεραίωσα, διεκπεραιώθηκα, διεκπεραιωμένος, 3,4
διεκτραγωδώ, διεκτραγώδησα, διεκτραγωγήθηκα, 73,74
διενεργώ, διενήργησα/διενέργησα, διενεργήθηκα, 73,74
διεξάγω, διεξήγαγα, διεξάχθηκα, 135,136
διέπω/διέπομαι, 9,10, vt.dep.dep. govern, determine
διερευνώ, διερεύνησα, διερευνώμαι, διερευνήθηκα, 60,61, vt. investigate
διευθετώ, διευθέτησα, διευθετήθηκα, διευθετημένος, 73,74, vt. arrange, settle
διευθύνω, διηύθυνα/διεύθυνα, (def. διευθύνθηκα), 48,49, vt. manage, direct, διευθύνομαι προς, vi.mid. head for
διευκολύνω, διευκόλυνα, διευκολύνθηκα, 48,49, vt. facilitate, make easy
διευκρινίζω, διευκρίνισα, διευκρινίστηκα, διευκρινισμένος, 33,34, vt. clarify
διευρύνω, διεύρυνα, διευρύνθηκα, διευρυμένος, 48,49, vt. widen
διηγούμαι/διηγιέμαι, διηγήθηκα, 74,59, vt.dep. relate, tell
δικάζω, δίκασα, δικάστηκα, δικασμένος, 35,36, vt. judge, try
δικαιολογώ, δικαιολόγησα, δικαιολογήθηκα, δικαιολογημένος, 73,74, vt. excuse, justify
δικαιούμαι, 130, irr, vi.dep.def. be entitled to
δικαιώνω, δικαίωσα, δικαιώθηκα, δικαιωμένος, 3,4, vt. justify, δικαιώνομαι, vi.mid. be vindicated
δίνω/δίδω, έδωσα, δόθηκα/εδόθην, δοσμένος/δεδομένος, 131,132, irr, vt. give
διορθώνω, διόρθωσα, διορθώθηκα, διορθωμένος, 3,4, vt. correct
διορίζω, διόρισα, διορίστηκα, διορισμένος, 33,34, vt. appoint
διπλασιάζω, διπλασίασα, διπλασιάστηκα, διπλασιασμένος, 35,36, vt. double
διπλώνω, δίπλωσα, διπλώθηκα, διπλωμένος, 3,4, vt. fold, wrap, vi. double up, διπλώνομαι, vi.mid, curl up
διστάζω, δίστασα, 35, vi. hesitate
διψάω/διψώ, δίψασα, διψασμένος, 68, vi.act.mid.ppp. be thirsty
διώχνω, έδιωξα, διώχτηκα, διωγμένος, 29,30, vt. send away, dismiss
δοκιμάζω, δοκίμασα, δοκιμάστηκα, δοκιμασμένος, 35,36, vt. try out/on
δολοφονώ, δολοφόνησα, δολοφονήθηκα, δολοφονημένος, 73,74, vt. murder
δολώνω, δόλωσα, δολώθηκα, δολωμένος, 3,4,
δομώ, δόμησα, δομήθηκα, δομημένος, 73,74
δονώ, δόνησα, δονήθηκα, 73,74
δοξάζω, δόξασα, δοξάστηκα, δοξασμένος, 35,36
δοξολογώ, δοξολόγησα, 73
δουλεύω, δούλεψα, δουλεύτηκα, δουλεμένος, 17,18, vt. work, kid, joke
δραματοποιώ, δραματοποίησα, δραματοποιήθηκα, δραματοποιημένος, 73,74,75, dramatize
δραπετεύω, δραπέτευσα, 19, vi. escape
δρασκελίζω, δρασκέλισα, 33, stride
δραστηριοποιώ, δραστηριοποίησα, δραστηριοποιήθηκα, δραστηριοποιημένος, 73,74,75, vt. activate, vi.mid. take action
δράττομαι, (επωφελούμαι) της ευκαιρίας
δρέπω, έδρεψα, 9
δρομολογώ, δρομολόγησα, δρομολογήθηκα, δρομολογημένος, 73,74, schedule, route
δροσίζω, δρόσισα, δροσίστηκα, δροσισμένος, 33,34, vt. make cool, refresh, δροσίζει, impers. it's getting cool
δρω, έδρασα, 71, vi.act.mid. act, be active
δύναμαι, ηδυνήθην, 159, irr, vi.dep.mid.def.pres. be able, can, δυνατότητα possibility, capability
δυναμιτίζω, δυναμίτισα, δυναμιτίστηκα, 33,34
δυναμώνω, δυνάμωσα, δυναμωμένος, 3, vi. boost, pump up the volume
δυναστεύω, δυνάστευσα, δυναστεύτηκα/δυναστεύθηκα, δυναστευμένος, 19,20
δυσανασχετώ, δυσανασχέτησα, 73, vi.act.mid. be indignant
δυσαρεστώ, δυσαρέστησα, δυσαρεστήθηκα, δυσαρεστημένος, 73,74
δυσκολεύω, δυσκόλεψα, δυσκολεύτηκα, 17,18, vt. hamper, impede, make difficult/hard, δυσκολεύομαι, vi.mid. have difficulty, hesitate
δυσπιστώ, 73
δυστυχώ, δυστύχησα, δυστυχισμένος, 73, vi.act.mid.ppp. be unfortunate, unhappy, in distress
δυσφημώ/δυσφημίζω, δυσφήμησα/δυσφήμισα, δυσφημήθηκα/δυσφημίστηκα, δυσφημημένος/δυσφημισμένος, 73,74,33,34, defame, vilify, slander
δυσφορώ, δυσφόρησα, 73, vi. be displeased, have a malaise
δυσχεραίνω, δυσχέρανα, 44,46
δύω, έδυσα, 5, vi.act.mid. set, decline, be on the wane
δωρίζω, δώρισα, δωρίστηκα, δωρισμένος, 33,34, vt. give as a present
δωροδοκώ, δωροδόκησα, δωροδοκήθηκα, δωροδοκημένος, 73,74, vt. bribe
εγγράφω, ενέγραψα, εγγράφηκα, εγγεγραμμένος, 13,122, vt. enroll, register
εγγυώμαι, εγγυήθηκα, εγγυημένος, 61, vt.dep. guarantee
εγείρω, ήγειρα, ηγέρθην, εγερμένος, 143, irr, vt.act.def. raise, erect, waken, rouse, εγείρομαι, vi.mid. get up
εγκαθιστώ/εγκαθίσταμαι, εγκατέστησα, εγκαταστάθηκα, εγκατεστημένος/εγκαταστημένος, 158,133, irr, vt. install, vi. settle, establish oneself
εγκαινιάζω, εγκαινίασα, εγκαινιάστηκα, εγκαινιασμένος, 35,36, inaugurate
εγκαταλείπω, εγκατέλειψα, εγκαταλείφθηκα, εγκαταλελειμμένος/εγκαταλειμμένος, 9,10, vt. abandon, desert
εθνικοποιώ, εθνικοποίησα, εθνικοποιήθηκα, εθνικοποιημένος, 73,74,75, vt. nationalize
ειδικεύω, ειδίκευσα, ειδικεύομαι, ειδικεύτηκα/ειδικεύθηκα, ειδικευμένος, 19,20, vt. specify, vi.mid. (with σε) specialize in
ειδοποιώ, ειδοποίησα, ειδοποιήθηκα, ειδοποιημένος, 73,74,75, vt. notify, inform
είμαι, ήμουν, 134, irr, vi.def. to be
ειρηνέυω, ειρήνευσα/ειρήνεψα, 19,17, vi. pacify, calm, make peace, live in peace
ειρωνεύομαι, ειρωνεύτηκα/ειρωνεύθηκα, 20, vi.dep. speak ironically, mock
εισάγω, εισήγαγα, (εισάχθηκε) εισήχθη - εισήχθησαν, (εισαγμένος), 135,136, irr, vt. insert, put in, introduce, import
εισπράττω, εισέπραξα, εισπράχθηκα, εισπραγμένος, 27,28, cash, collect, receive
εκδηλώνω, εκδήλωσα, εκδηλώθηκα, εκδηλωμένος, 3,4, vt. show, manifest
εκδίδω, εξέδωσα, εκδόθηκα, 186,187, irr, vt. issue, publish
εκθέτω, εξέθεσα, εκτίθεμαι, εκτέθηκα, εκτεθειμένος, 137,138, irr, vt. expose, put out in the open, vi. be exposed/compromised
εκλαμβάνω, εξέλαβα, (εξελήφθη-εξελήφθησαν), 165,166, irr, vt. take, interpret, construe
εκλέγω, εξέλεξα, εκλέξω, εκλέχθηκα/εκλέχτηκα, εκλεγμένος, 139,140, irr, vt. elect
εκλείπω, εξέλειψα/εξέλιπε, 9, vi. vanish, be hidden, η έκλειψη, eclipse
εκμεταλλεύομαι, εκμεταλλεύτηκα/εκμεταλλεύθηκα, 20, vt.dep. exploit, operate, take advantage of
εκμυστηρεύομαι, εκμυστηρεύτηκα/εκμυστηρεύθηκα, 20, vt.dep. confide in
εκνευρίζω, εκνεύρισα, εκνευρίστηκα, εκνευρισμένος, 33,34, vt. irritate, annoy
εκπέμπω, εξέπεμψα, εξεπέμφθην, 9,10, vt. emit, broadcast
εκπίπτω, εξέπεσα, 141, irr, vi. decline in value
εκπλήττω/εκπλήσσω, εξέπληξα, εκπλήγηκα, (εξεπλάγην, εκπλαγώ), 27,198, irr, vt. astonish, surprise, εκπληκτικός adj., έκπληξη n.
εκπνέω, εξέπνευσα, 42, vi. expire, die
εκποιώ, εκποίησα, εκποιήθηκα, 73,74, vt. sell, dispose of
εκρήγνυμαι, εξερράγην, εκραγώ, 142, irr, vi.dep. explode, η έκρηξη, n. explosion
εκτείνω, εξέτεινα, εκτάθηκα, εκτεταμένος, 188, vt. stretch, vi. extend, last
εκτελώ, εκτέλεσα, εκτελέστηκα, εκτελεσμένος, 76,78, vt. execute, carry out, operate, perform
εκτελωνίζω, εκτελώνισα, εκτελωνίστηκα, εκτελωνισμένος, 33,34, vt. clear through customs
εκτιμάω/εκτιμώ, εκτίμησα, εκτιμώμαι, εκτιμήθηκα, εκτιμημένος, 58,61, appreciate, estimate, esteem
εκτίω/εκτίομαι, εξέτισα, 5,6, serve sentence, pay penalty
εκφράζω, εξέφρασα/έκφρασα, εκφράστηκα, εκφρασμένος 35,36, vt. express, εκφράζομαι, vi.mid. express onself
ελαττώνω, ελάττωσα, ελαττώθηκα, ελατωμένος, 3,4, reduce, decrease, ελαττώνομαι, vi.mid. diminish
ελέγχω, έλεγξα, ελέγχομαι, ελέγχθηκα/ελέγχτηκα, ελεγμένος/ηλεγμένος, 31,32, vt. check, control
ελευθερώνω, ελευθέρωσα, ελευθερώθηκα, ελευθερωμένος, 3,4, vt. (set) free, ελευθερώνομαι, vi.mid. give birth, η ελευθερία, freedom, liberty
ελκύω, έλκυσα, ελκύστηκα, ελκυσμένος, 5,41, vt. attract, charm
ελπίζω, έλπισα/ήλπισα, 33, vt.act. hope (for), expect vi.
εμμένω, ενέμεινα, 178, irr, vt.εις abide by, adhere to
εμπιστεύομαι, εμπιστεύτηκα/εμπιστεύθηκα, 20, vt.dep. trust, have confidence in
εμπλέκω, ενέπλεξα, ενεπλάκη-ενεπλάκησαν, 25,212, irr, involve, μπλέκω
εμπλουτίζω, εμπλούτισα, εμπλουτίστηκα, εμπλουτισμένος, 33,34
εμπνέω, ενέπνευσα, εμπνεύστηκα, εμπνευσμένος, 42,43, vt. inflate, inspire, εμπνέομαι, vi.mid. draw inspiration, conceive idea of
εμποδίζω, εμπόδισα, εμποδίστηκα, εμποδισμένος, 33,34, vt. impede, prevent, hinder, obstruct, prohibit
εμποιώ, vt. cause, inspire
εμπορεύομαι, εμπορεύτηκα/εμπορεύθηκα, 20
εμποτίζω, εμπότισα, εμποτίστηκα, εμποτισμένος, 33,34, vt. impregnate, imbue
εμφανίζω, εμφάνισα, εμφανίστηκα, εμφανισμένος, 33,34, vt. present, show, reveal, εμφανίζομαι, vi.mid. appear, show up, emerge, come into view, manifest itself
ενδείκνυται/ενδέχεται, ενδεδειγμένος, vi.impers. it is likely/possible
ενδιαφέρω, ενδιέφερα, ενδιαφέρθηκα, (ενδιαφερόμενος), 217,218, irr, vt.def. interest, ενδιαφέρομαι (για), vi.mid. be interested (in)
ενεργοποιώ, ενεργοποίησα, ενεργοποιήθηκα, ενεργοποιημένος, 73,74,75, vt. activate
ενεργώ, ενήργησα/ενέργησα, ενεργήθηκα, 73,74, vi.act. take steps, vi.mid. take place
ενημερώνω, ενημέρωσα, ενημερώθηκα, ενημερωμένος, 3,4, vt. inform, update
ενθαρρύνω, ενθάρρυνα, ενθαρρύνθηκα, 48,49, vt. encourage
ενθουσιάζω, ενθουσίασα, ενθουσιάστηκα, ενθουσιασμένος, 35,36, vt. fill with enthusiasm, ενθουσιάζομαι, vi.mid. am/become enthusiastic
εννοώ, εννόησα, εννοήθηκα, 73,74, vt. mean, intend, expect, understand
ενοικιάζω, ενοικίασα, ενοικιάστηκα, ενοικιασμένος, 35,36, for rent
ενοποιώ, ενοποίησα, ενοποιήθηκα, ενοποιημένος, 73,74,75, vt. unify
ενοχλώ, ενόχλησα, ενοχλήθηκα, ενοχλημένος, 73,74, vt. annoy, trouble, molest, pester, bother
ενοχοποιώ, ενοχοποίησα, ενοχοποιήθηκα, ενοχοποιημένος, 73,74,75, vt. incriminate
εντάσσω, ενέταξα, εντάχθηκα/εντάχτηκα, ενταγμένος, 27,28, vt. place, εντάσσομαι, vi.mid. fit into
εντυπώνω, εντύπωσα, εντυπώθηκα, εντυπωμένος, 3,4, vt. remember, take note
εντυπωσιάζω, εντυπωσίασα, εντυπωσιάστηκα, εντυπωσιασμένος, 35,36, vt. impress
εξαγριώνω, εξαγρίωσα, εξαγριώθηκα, εξαγριωμένος, 3,4, vt. outrage, εξαγριώνομαι, vi.mid. go wild
εξάγω, εξήγαγα, (εξάχθηκε) εξήχθη - εξήθησαν, (εξαγμένος), 135,136, irr, vt. export, smuggle out, extract
εξαίρω, εξήρα, (εξάρθηκα) εξήρθην, (εξηρμένος), 80,81, stress, praise
εξαιρώ, εξαίρεσα, εξαιρέθηκα, 76,77, vt. except, exempt, exclude, leave off
εξακολουθώ, εξακολούθησα, 73, vi. continue
εξακριβώνω, εξακρίβωσα, εξακριβώθηκα, εξακριβωμένος, 3,4, vt. verify, ascertain, check up, find out
εξανίσταμαι, εξανέστη-εξανέστησαν, 159, irr, vi.dep. revolt, protest
εξαντλώ, εξάντλησα, εξαντλήθηκα, εξαντλημένος, 73,74, vt. use up, exhaust, εξαντλούμαι, vi.mid. run out
εξαπατάω/εξαπατώ, εξαπάτησα, εξαπατήθηκα, εξαπατημένος, 58,61, cheat, deceive, εξαπατώμαι
εξαργυρώνω, εξαργύρωσα, εξαργυρώθηκα, εξαργυρωμένος, 3,4, vt. cash
εξαρτώ, εξάρτησα, εξαρτήθηκα, εξαρτημένος, 60,61,59, vt. make dependent, εξαρτώμαι, vi.mid. be dependent (από) upon
εξασφαλίζω, εξασφάλισα, εξασφαλίστηκα, εξασφαλισμένος, 33,34, vt. secure
εξαφανίζω, εξαφάνισα, εξαφανίστηκα, εξαφανισμένος, 33,34, vt. obliterate, hide, spirit away, get rid of, wipe out, eliminate, kill off, εξαφανίζομαι, vi.mid. disappear, become extinct
εξαχρειώνω, εξαχρείωσα, εξαχρειώθηκα, εξαχρειωμένος, 3,4, vt. corrupt, deprave
εξεγείρω, εξήγειρα/εξέγειρα, εξεγέρθηκα, εξεγερμένος, 143,144, irr, vt. rouse, εξεγείρομαι, vi.mid. revolt, be indignant
εξελίσσομαι, εξελίχθηκα/εξελίχτηκα, εξελιγμένος, 28, vi.dep. evolve, develop, unfold, η εξέλιξη, n. evolution, development
εξετάζω, εξέτασα, εξετάστηκα, εξετασμένος, 35,36, vt. examine
εξηγώ, εξήγησα, εξηγήθηκα, εξηγημένος, 73,74, vt. explain
εξολοθρεύω, εξολόθρευσα/εξολόθρεψα, εξολοθρεύτηκα/εξολοθρεύθηκα, εξολοθρευμένος/εξολοθρεμένος, 19,17,20, vt. destroy utterly, exterminate, wipe out
εξορίζω, εξόρισα, εξορίστηκα, εξορισμένος, 33,34, vt. banish, exile
εξουσιάζω, εξουσίασα, 35,36, vt. rule, master, τον εαυτό μου, be one's own master, εξουσιάζομαι, vi.mid. be in charge
εξυψώνω, εξύψωσα, εξυψώθηκα, εξυψωμένος, 3,4, vt. exalt, extoll, elevate, raise
επαινώ, επαίνεσα, επαινέθηκα, επαινεμένος, 76,77, vt. praise
επαναλαμβάνω, επανέλαβα, επαναλήφθηκα, επανειλημμένος, 165,166, irr, vt. repeat
επαναστατώ, επαναστάτησα, επαναστατημένος, 73, vi. rebel, revolt, η επανάσταση, revolution
επεκτείνω, επέκτεινα, επεκτάθηκα, επεκταμένος, 172,188, irr, vt. extend, spread
επεμβαίνω, επέμβηκα/επενέβην, 145, irr, vt.act.semi. intervene, interfere
επεξεργάζομαι, επεξεργάστηκα, επεξεργασμένος, 36, vt.dep. process, work on
έπεται οτι, impers. it follows, επόμενος, adj. next
επηρεάζω, επηρέασα, επηρεάστηκα, επηρεασμένος, 35,36, vt. influence
επιβάλλω, επέβαλα, επιβλήθηκα, επιβεβλημένος, 146,147, irr, vt. impose, enforce
επιδεικνύω/επιδείχνω, επέδειξα, επιδείχθηκα/επιδείχτηκα, 87,88, display, exhibit, show off
επιδεινώνω, επιδείνωσα, επιδεινώθηκα, επιδεινωμένος, 3,4, vt. make worse
επιδένω, επέδεσα, επιδέθηκα, 1,2
επιδέχομαι, 32, vt.dep.def. admit of, put up with
επιδίδω, επέδωσα, επιδόθηκα, 186,187, irr, vt. hand over, present, επιδίδομαι, vi.mid. apply oneself
επιδικάζω, επιδίκασα, επιδικάστηκα, επιδικασμένος, 35,36, vt. (law) award
επιδιορθώνω, επιδιόρθωσα, επιδιορθώθηκα, επιδιορθωμένος, 3,4, vt. repair
επιδιώκω, επιδίωξα/επεδίωξα, 25, vt. seek, be ambitious of, aim at, επιδιώκεται
επιδοκιμάζω, επιδοκίμασα, επιδοκιμάστηκα, επιδοκιμασμένος, 35,36, vt. approve of
επιδοτώ, επιδότησα, επιδοτήθηκα, επιδοτημένος, 73,74, subsidize
επιδρώ/επιδράω, επέδρασα, 71,68, vi. influence, have an effect on
επιζώ, επέζησα, 73, vi. survive
επιθέτω, επίθεσα/επέθεσα, vt. place/apply on top of, το επίθετο, epithet, adjective
επιθυμώ, επιθύμησα/πεθύμησα, 73, vt. desire, wish for, την επιθύμησε, he missed her
επικάθομαι, επικάθισα, 160, irr,
επικαλούμαι, επικαλέστηκα, 78, vt.dep. invoke, appeal to
επικασσιτερώνω, επικασσιτέρωσα, επικασσιτερώθηκα, επικασσιτερωμένος, 3,4,
επίκειται, επίκεινται, vi.impers be imminent
επικεντρώνω, επικέντρωσα, επικεντρώθηκα, επικεντρωμένος, 3,4, vt. focus, επικεντρώνομαι, vi.mid. be focused (σε)on
επικηρύσσω, επικήρυξα, επικηρύχθηκα/επικηρύχτηκα, επικηρυγμένος, 27,28, vt. reward, put a price on the head of
επικοινωνώ, επικοινώνησα, 73, vi. (με) communicate
επικολλώ, επικόλλησα, επικολλώμαι, επικολλήθηκα, επικολλημένος, 60,61, vt. stick on, paste
επικρατώ, επικράτησα, 73, vi. (+ gen) prevail agaonst, predominate
επικρέμαται, επικρέμανται, vi.dep.impers. threaten, be imminent
επικρίνω, επέκρινα, επικρίθηκα, 172,2, irr, vt. criticize, censure
επικροτώ, επικρότησα, επικροτήθηκα, 73,74, vt. approve, applaud
επικυρώνω, επικύρωσα, επικυρώθηκα, επικυρωμένος, 3,4, vt. ratify, confirm
επιλαμβάνομαι, επιλήφθηκα, 166, irr, vi.dep. (+ gen) broach (subject), address oneself to (task)
επιλέγω, επέλεξα, επιλέχθηκα/επιλέχτηκα, επιλεγμένος, 139,140, irr, vt. choose, select
επιλύω, επέλυσα, επιλύθηκα, 5,6, vt. resolve
επιμελούμαι, επιμελήθηκα, επιμελημένος, 74, vt.dep. look after, care for
επιμένω, επέμεινα, 178, irr, vi. (+ να) insist
επισκέπτομαι, επισκέφτηκα/επισκέφθηκα, 12, vt.dep. visit, η επίσκεψη, the visit
επισκευάζω, επισκεύασα, επισκευάστηκα, επισκευασμένος, 35,36, vt. repair
επιστρέφω, επέστρεψα, επιστράφηκα, 13,210, irr, vt. return something, vi. return
επιτείνω, επέτεινα, επετάθην, επιτεταμένος, 172,188, irr, vt. intensify
επιτελώ, επιτέλεσα, επιτελέστηκα, επιτελεσμένος, 76,78, επιτέλους, adv. finally, at last
επιτηδεύομαι, 20, vi.dep.def.mid. feign, affect, be skilled in
επιτηρώ, επιτήρησα, επιτηρήθηκα, 73,74, vt. supervise, keep watch on
επιτίθεμαι, επιτέθηκα, 138, vt.dep. attack, assault, η επίθεση, attack
επιτιμώ, επιτίμησα, επιτιμώμαι, επιτιμήθηκα, επιτιμημένος, 60,61, vt. reprimand
επιτρέπω, επέτρεψα, επιτράπηκα, (επιτετραμμένος), 9,180, irr, vt. permit
επιτυγχάνω/πετυχαίνω, επέτυχα/πέτυχα, επιτεύχθηκα, επιτυχημένος, 148,149, irr, vt. attain, achieve, manage, succeed
εργάζομαι, εργάστηκα, (εργασμένος), 36, vt.dep. work, function
ερεθίζω, ερέθισα, ερεθίστηκα, ερεθισμένος, 33,34, vt. excite, inflame, irritate, stimulate
ερειπώνω, ερείπωσα, ερειπώθηκα, ερειπωμένος, 3,4, vt. demolish, destroy, ruin
ερευνάω/ερευνώ/ερευνώμαι, ερεύνησα, ερευνήθηκα, 58,61, research
ερμηνεύω, ερμήνευσα, ερμηνεύτηκα/ερμηνεύθηκα, ερμηνευμένος, 19,20, vt. explain, expound, interpret, play, sing
έρπω, 9, vi.def. crawl
έρχομαι, ήρθα/ήλθα, έρθω/έλθω, (έλα, ελάτε), 150, irr, vi.dep. come
ερωτεύομαι, ερωτεύθηκα, ερωτευμένος, 18, vt.dep. fall in love (with), vi.dep.mid. fall in love
ερωτώ, ερώτησα/ηρώτησα, ερωτήθηκα/ηρωτήθην, 60,61, vt. ask
εστιάζω, εστίασα, εστιάστηκα, εστιασμένος, 35,36, vt. focus
ετοιμάζω, ετοίμασα, ετοιμάστηκα, ετοιμασμένος, 35,36, vt. prepare, ετοιμάζομαι, vi.mid. get ready, prepare oneself
ευαισθητοποιώ, ευαισθητοποίησα, ευαισθητοποιήθηκα, ευαισθητοποιημένος, 73,74,75, vt. make aware, η ευαισθησία, sensitivity
ευθυμώ, ευθύμησα, 73, vi. be gay, a litle drunk
ευθύνομαι, 49, vi.dep.def. be responsable
ευκαιρώ, ευκαίρησα, 73, vi. have free time
ευκολύνω, ευκόλυνα, ευκολύνθηκα, 48,49, vt. simplify, make easy, facilitate
ευλογώ/ευλογάω, ευλόγησα, ευλογήθηκα, ευλογημένος, 73,74,58, vt. bless, consecrate
ευνουχίζω, ευνούχισα, ευνουχίστηκα, ευνουχισμένος, 33,34, vt. emasculate, castrate
ευνοώ, ευνόησα, ευνοήθηκα, ευνοημένος, 73,74, vt. favor, priviledge, encourage
ευοδώνομαι, ευοδώθηκα, 4, dep. succeed, acomplish
ευπορώ, 73, def. be rich, prosper
ευπρεπίζω, ευπρέπισα, ευπρεπίστηκα, ευπρεπισμένος, 33,34, vt. make presentable
ευρίσκω, εύρον, ευρέθην, find
ευρύνω, εύρυνα, ευρύνθηκα, ευρθμμένος, 48,49, vt. enlarge
ευσταθεί-ευσταθούν, ευσταθούσε-ευσταθούσαν, vi.impers. hold, be valid
ευτυχώ, ευτύχησα, ευτυχισμένος, 73, vi.act.mid.ppp. prosper, be happy
ευφραίνω, εύφρανα, ευφράνθηκα, 44,46, enjoy oneself, relax
ευχαριστώ, ευχαρίστησα, ευχαριστήθηκα, ευχαριστημένος, 73,74,59, vt. thank you, ευχαριστούμαι/ευχαριστιέμαι, vi.mid. be pleased/content/happy
εύχομαι, ευχήθηκα, 151, irr, vt.dep. wish
ευχρηστώ, vi. be in common use
εφαρμόζω, εφάρμοσα, εφαρμόστηκα, εφαρμοσμένος, 35,36, vt. fit, apply, put into effect, η εφαρμογή, the (software) application
εφευρίσκω, εφεύρα/εφηύρα, εφευρέθηκα, (εφευρεμένος), 152,153, irr, vt. invent, contrive
εφημερεύω, 19, vi.def. be on call
εφησυχάζω, εφησύχασα, εφησυχασμένος, 35, vi.ppp. (με) rely (on)
εφιστώ, επέστησα, 158, irr, vt.act. draw attention [to]
εφοδιάζω, εφοδίασα, εφοδιάστηκα, εφοδιασμένος, 35,36, vt. supply
εχθρεύομαι, εχθρεύτηκα, 18, vt.dep. hate, ο εχθρός, enemy
έχω, είχα, 154, irr, vt.def. have, possess
ζαλίζω, ζάλισα, ζαλίστηκα, ζαλισμένος, 33,34, vt. make dizzy, ζαλίζομαι, vi.mid. feel dizzy
ζεσταίνω, ζέστανα, ζεστάθηκα, ζεσταμένος, 44,45, vt. heat, make hot, warm up, ζεσταίνομαι, vi.mid. i am hot
ζεύω, έζεψα, ζεύτηκα, ζεμένος, 17,18, vt. yoke, harness
ζηλεύω, ζήλεψα, ζηλεμένος, 17, vt.act. envy, be jealous of
ζημιώνω, ζημίωσα, ζημιώθηκα, ζημιωμένος, 3,4, vt. damage, ζημιώνομαι, vi.mid. be harmed, take a loss
ζητάω/ζητώ, ζήτησα, ζητήθηκα, (ζητημένος), 58,59,73,74, vt. ask, seek, look for, search
ζητωκραυγάζω, ζητωκραύγασα, 35, vt. defeat, acclaim
ζορίζω, ζόρισα, ζορίστηκα, ζορισμένος, 33,34, vt. force, push, become difficult
ζουλάω, ζούληξα, ζουλήχτηκα, ζουληγμένος, 66,67, vt. squeeze
ζουπάω, ζούπηξα, ζουπήχτηκα, ζουπηγμένος, 66,67, vt. squeeze
ζουρλαίνω, ζούρλανα, ζουρλάθηκα, ζουρλαμένος, 44,45, vt. drive crazy, annoy
ζοχαδιάζω, ζοχάδιασα, ζοχαδιάστηκα, ζοχαδιασμένος, 35,36, vt. annoy, drive crazy
ζυγιάζω, ζύγιασα, ζυγιάστηκα, ζυγιασμένος, 35,35, vt. weigh, balance
ζυγίζω, ζύγισα, ζυγίστηκα, ζυγισμένος, 33,34, vt. weigh, ζυγίζομαι, vi.mid. fall in rank
ζυμώνω, ζύμωσα, ζυμώθηκα, ζυμωμένος, 3,4, vt. knead (dough), ζυμώνομαι, vi.mid. ferment
ζω, έζησα, 73, vt.act. experience, do, vi. live, be alive, exist
ζωγραφίζω, ζωγράφισα, ζωγραφίστηκα, ζωγραφισμένος, 33,34, to paint, draw
ηγεμονεύω, ηγεμόνευσα, 19, vi. rule, prince
ηγούμαι, ηγήθηκα/ηγήθην, 74, vi.gen. lead, be in command
ηδονίζομαι, ηδονίστηκα, 34, dep. pleasure
ηθικολογώ, 73, vi. moralize
ηλεκτρίζω, ηλέκτρισα, ηλεκτρίστηκα, ηλεκτρισμένος, 33,34, electrify, rouse to enthusiasm
ημερώνω, ημέρωσα, ημερώθηκα, ημερωμένος, 17, vt. tame, cultivate, civilize
ηρεμώ, ηρέμησα, 73, vt.act. calm down, vi.act.mid. be calm, ηρέμησε!, calme-toi!
ησυχάζω, ησύχασα, ησυχασμένος, 35, vt.act. make quiet, calm, vi.act.mid.ppp. be/come calm, quiet
ηττώμαι, ηττήθηκα/ηττήθην, ηττημένος, 61, vi. be defeated
ηχογραφώ, ηχογράφησα, ηχογραφήθηκα, ηχογραφημένος, 73,74, vt. record on disc or tape
ηχώ, ήχησα, 73, vi. sound, ring, echo
θάβω, έθαψα, θάβομαι, θάφτηκα/τάφηκα, θαμμένος, 7,155, ?
θαμπώνω, θάμπωσα, θαμπώθηκα, θαμπωμένος, 3,4, vt. amaze, blur, dazzle, dim
θαρρώ, θάρρεψα, 156, irr, vt. think, believe
θαυμάζω, θαύμασα, θαυμάστηκα, 35,36, vt. admire, marvel, wonder
θέλω, ήθελα, θέλησα, 157, irr, vt. want, wish
θερίζω, θέρισα, θερίστηκα, θερισμένος, 33,34, vt. harvest
θερμαίνω, θέρμανα, θερμάνθηκα, θερμασμένος, 44,46, vt. warm up
θέτω, έθεσα, τίθεμαι, τέθηκα, (βαλμένος), 137,138, irr, vt. put, set, impose, submit
θεωρώ, θεώρησα, θεωρήθηκα, θεωρημένος, 73,74, vt. consider
θίγω, έθιξα, θίχτηκα/εθίγην, θιγμένος, 21,22, vt. touch upon, offend
θυμάμαι/θυμούμαι, θυμήθηκα, 79, vt.dep. remember, recall
θυμίζω, θύμισα, θυμισμένος, 33, vt.act.ppp. remind, recall
θυμώνω, θύμωσα, θυμωμένος, 3, vt.act. make angry, vi.act.mid.ppp. be/become/get angry
θυσιάζω, θυσίασα, θυσιάστηκα, θυσιασμένος, 35,36, vt. sacrifice
ιδρύω, ίδρυσα, ιδρύθηκα, ιδρυμένος, 5,6, vt. found, establish
ιδρώνω, ίδρωσα, ιδρωμένος, 3, vi.act.mid.ppp. sweat, perspire
ικανοποιώ, ικανοποίησα, ικανοποιήθηκα, ικανοποιημένος, 73,74,75, vt